“Ωδή στο Φως” / “An Ode To The Light”

Χρήστος Ασωνίτης 

 
Τα τελευταία καλά νέα της σύγχρονης Ελληνικής Jazz έρχονται από το εξωτερικό.
 
Με απόλυτη σιγουριά, μπορώ άφοβα να υποστηρίξω ότι η Jazz μουσική είναι το πλέον παραγωγικό, ανάμεσα σε όλα τα μουσικά είδη στην Ελλάδα, αν εξαιρέσει κανείς την “πίστα”. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια (που το παρακολουθώ συστηματικά) η ελληνική Jazz κοινότητα παράγει κατά μέσο όρο σαράντα albums το χρόνο, ανεξάρτητα αν καθημερινά ακούω από εδώ κι από εκεί ερωτήσεις του τύπου “υπάρχει jazz στην Ελλάδα;” ή “υπάρχει ελληνική Jazz δισκογραφία;” . Για να μην παρεξηγηθώ όμως, σπεύδω να διευκρινίσω ότι όταν αναφέρομαι σε ελληνική Jazz σκηνή, δεν περιορίζομαι από τα αυστηρά γεωγραφικά σύνορα της Ελλάδας, αλλά μιλάω και για τη μουσική που φτιάχνουν  Έλληνες μουσικοί, εντός και εκτός συνόρων, συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, χωρών  της βόρειας (κυρίως) Ευρώπης, όπως Ολλανδία, Βρετανία, Σουηδία, Γαλλία, η Κύπρος, η Αυστραλία, ακόμα και το Βιετνάμ. Εδώ δε, πρέπει να επισημάνω, ότι τα περισσότερα, αν όχι όλα αυτά τα projects είναι ανεξάρτητες, αυτοχρηματοδοτούμενες παραγωγές, από Έλληνες οραματιστές μουσικούς, αφού οι δισκογραφικές εταιρείες δεν “πιστεύουν” σ’ αυτό το είδος μουσικής στην Ελλάδα, τη δημοτικότητα και την  ακροαματικότητά της και … απλά δεν ασχολούνται. Την ίδια στάση κρατούν και τα δισκοπωλεία, μικρά και μεγάλα (κυρίως τα μεγάλα), μη προβάλλοντας αν όχι «θάβοντας» την Ελληνική Jazz μουσική. 
 
Μέσα στον Ιανουάριο του 2018 κυκλοφόρησαν ήδη δύο πολύ αξιόλογα Jazz albums από Έλληνες δημιουργούς, με πιο πρόσφατο αυτό του ντράμερ Χρήστου Ασωνίτη. Ο Χρήστος Ασωνίτης, γεννημένος στην Ελλάδα, από το 2012 ζει και δημιουργεί στην Γερμανία. Από εκεί μάς έρχεται το πρώτο προσωπικό του album σαν bandleader, με τίτλο “Ωδή στο Φως” / “An Ode To The Light”. 
 
Τον Χρήστο Ασωνίτη τον άκουσα για πρώτη φορά στο album “Jazz on T.A.P” του 2012 μαζί με τον κιθαρίστα Νίκο Τερζάκη και τον μπασίστα Γιάννη Παπαδόπουλο. Έχει όμως συνεργαστεί με πολλούς ακόμα μουσικούς της σύγχρονης ελληνικής Jazz σκηνής, όπως ενδεικτικά μπορώ να αναφέρω τον Γιώργο Ψυχογιό, τον Γιώργο Κρομμύδα, την Μιράντα Βερούλη, την Λητώ Βογιατζόγλου και άλλους, αλλά και τον Nicolas Delgado, Antenor Bogea, Alessandro De Santis και την Jasmin Bayer από το εξωτερικό. Αυτή τη στιγμή, εκτός από το δικό του σχήμα με το οποίο ηχογράφησε το album του “Ωδή στο Φως” / “An Ode To The Light”,  το όνομά του περιλαμβάνεται στο line up τεσσάρων ακόμα σχημάτων του εξωτερικού.
 
Το quintet το οποίο πλαισιώνει τον Χρήστο Ασωνίτη στο album αποτελούν νέοι και ταλαντούχοι μουσικοί, όπως ο γερμανός τρομπετίστας Bastien Rieser, ο οποίος από το 2017 είναι υπότροφος του  Berklee College of Music, ο ουγγρικής καταγωγής κλαρινετίστας και σαξοφωνίστας Mark Pusker, ο πιανίστας Maruan Sakas και ο κοντραμπασίστας Lorenz Heigenhuber. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι τα ονόματα αυτά θα ακουστούν πολύ στο χώρο της Ευρωπαϊκής Jazz μουσικής. 
 
Ακριβώς στο χώρο αυτό, της σύγχρονης Ευρωπαϊκής Jazz θα τοποθετούσαμε και το album “Ωδή στο Φως” / “An Ode To The Light” του Χρήστου Ασωνίτη. Ακούγοντάς το ξανά και ξανά, διαπιστώνει κανείς ότι είναι από δύσκολο μέχρι  αδύνατο να καταλάβει κανείς, γιατί μία αμιγώς Ελληνική Jazz δουλειά θα μπορούσε να διαφέρει από τη σύγχρονη Ευρωπαϊκή Jazz. Οι συνθέσεις είναι εμπνευσμένες από προσωπικές εμπειρίες και βιώματα του Χρήστου, καθώς και ιστορικά γεγονότα της πατρίδας του. Κάπου κάπου δε λείπουν μερικές πινελιές παραδοσιακής και λαϊκής μουσικής της χώρας καταγωγής του συνθέτη. Είναι όμως τόσο περίτεχνα δουλεμένες, που δένουν απόλυτα με το μουσικό ύφος ενός είδους (μουσικής) που –κακά τα ψέματα- έχει τις ρίζες του πολύ μακριά από τη χώρα μας. Ο ήχος είναι αψεγάδιαστος και κοσμοπολίτης, η εκτέλεση από τη νεανική παρέα του Ασωνίτη υποδειγματική ενώ το εικαστικό μέρος του εξώφυλλου αρκετά πρωτότυπο και πρωτοποριακό. 
 
Κάθε φορά που έρχεται στα χέρια μου ένα καινούριο album,  ακόμα και κάθε φορά που ακούω ένα μεμονωμένο κομμάτι για πρώτη φορά, μου δημιουργείται  η επιθυμία να γνωρίζω τι ενέπνευσε τον δημιουργό του, κάτω από πιο συναισθηματικό φορτίο έβαλε τις νότες στη σειρά που μας τις παρουσίασε. Δεν κρύβω ότι σε περιπτώσεις που γνωρίζω τον δημιουργό, δεν διστάζω να τον ρωτήσω. Στην περίπτωση του  “Ωδή στο Φως” / “An Ode To The Light” φάνηκα τυχερός γιατί μαζί με το δελτίο τύπου που έφτασε στα χέρια μου, έφτασαν και κάποιες προσωπικές σημειώσεις του συνθέτη, για κάθε ένα από τα κομμάτια του album. Ήταν ακριβώς αυτό που πάντα αναζητούσα. Τώρα μπορούσα “να μπω στο μυαλό του” και να ακούσω τη μουσική με διαφορετικό αυτί. 
 
O Χρήστος Ασωνίτης, ως έμπειρος μουσικός και γνωρίζοντας καλά ότι τα τύμπανα δεν είναι το ηγετικό  όργανο της “πρώτης γραμμής” μέσα σ’ ένα Jazz σχήμα, σ’ όλη τη διάρκεια του album παραμένει διακριτικά στο background, δίνοντας όλο τον απαιτούμενο χώρο στα πνευστά (κυρίως) αλλά και στο πιάνο, να μας διηγηθούν το “story” του κάθε κομματιού. Το “Ωδή στο Φως” / “An Ode To The Light” ανοίγει με το Color En El Oscuro. Για τα πρώτα 50 περίπου δευτερόλεπτα το πιάνο του Maruan Sakas διαμορφώνει ένα σκοτεινό σκηνικό συναισθημάτων, ένα σκούρο καμβά πάνω στον οποίο αργότερα η άφιξη της τρομπέτας του Bastien Rieser επιχειρεί να ρίξει χρώμα και να κάνει την ατμόσφαιρα πιο ανάλαφρη. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα το κοντραμπάσο ρίχνει τις δικές του χρωματικές αποχρώσεις. Σύντομα η μελαγχολική διάθεση της αρχής δίνει τη θέση της στη χαρά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι κάτι όμορφο έχει συμβεί.  Ένα ήρεμο και ισορροπημένο κομμάτι που προϊδεάζει τον ακροατή για το τι μπορεί να περιμένει από το υπόλοιπο album. 
 
Με λίγο πιο ζωηρό τρόπο το Second Day που ακολουθεί, μας πληροφορεί ότι αυτό που έλειπε ως τώρα, επιτέλους ήρθε. Τα δύο πνευστά του quintet επιδίδονται σ’ ένα ξέφρενο διάλογο, σαν δύο ερωτευμένοι που συναντήθηκαν μετά από καιρό και θέλουν να τα πουν όλα. 
 
Τρίτο κομμάτι του album Fos/ An Ode To The Light . Το τι  γίνεται εδώ δεν μπορεί να το καταλάβει κανείς, παρά μόνο όποιος έχει σηκώσει το κεφάλι του στον ουρανό της Ελλάδας και έχει λουστεί από το φως του ήλιου της. Εδώ τα πνευστά, πριν ξεχυθούν στις ξέφρενες αυτοσχεδιαστικές τους διαδρομές μας φέρνουν κάποιους συνειρμούς από την παραδοσιακή μουσική της χώρας καταγωγής του Χρήστου. Το γεγονός αυτό πρέπει να υπήρξε πραγματικά πρόκληση για τους γερμανούς μουσικούς, που έχουν μεγαλώσει και ζυμωθεί με μια εντελώς μουσική κουλτούρα. 
 
Ακολουθεί το Blue And Gray. Ίσως η καλύτερη στιγμή του album. Η ηρεμία και η ισορροπία που αποπνέει το κομμάτι έρχεται σε αντίθεση με τον τίτλο του, που προδιαθέτει για θλίψη και σκοτεινιά. Ίσως η εναλλαγή των συναισθημάτων μεταξύ θλίψης και χαράς να ήταν αυτό που θέλησε να μας δώσει το Blue And Gray. 
 
Και ερχόμαστε στο Ta Matoklada Sou Laboun. Παρακολουθώ την Ελληνική Jazz σκηνή χρόνια τώρα και έχω διαπιστώσει ότι πολλά κομμάτια της παραδοσιακής και/ή της λαϊκής μας μουσική κληρονομιάς έχουν γίνει αντικείμενα επεξεργασίας και σύγχρονης απόδοσης από Έλληνες Jazzίστες, κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) του εξωτερικού. Έχω ακούσει την Ιτιά, έχω ακούσει τη Ζεχρά, έχω ακούσει το Τζιβαέρι, έχω ακούσει το Θαλασσάκι, έχω ακούσει το Δικό μου πάπλωμα και πολλά άλλα και δεν καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει αυτό. Τη στιγμή μάλιστα που είναι αποδεδειγμένο ότι υπάρχει περίσσεια πρωτογενούς έμπνευσης. Για τα παιδιά που ακόμα σπουδάζουν στο εξωτερικό, γνωρίζω ότι αποτελεί κάτι σαν project, στο πλαίσιο των σπουδών τους. Καλούνται δηλαδή να σχηματίσουν ένα πολυεθνικό μουσικό σχήμα και να διασκευάσουν  ένα παραδοσιακό κομμάτι από τον τόπο του κάθε μέλους. Αυτό απαιτεί ευελιξία και προσαρμοστικότητα και το καταλαβαίνω. Σε άλλες περιπτώσεις όμως γιατί συμβαίνει; Δεν είμαι πολέμιος των διασκευών, αλλά όταν έχεις φτιάξει ένα album ευρωπαϊκής Jazz, γιατί χρειάζεται να του προσθέσεις αυτές τις –κατά κάποιο τρόπο- ethnic πινελιές; Ευτυχώς ο Χρήστος το ”σώζει”, γιατί αμέσως μόλις ο (Έλληνας) ακροατής αντιλαμβάνεται πιο κομμάτι ακούει, το κομμάτι ξαναγυρίζει στο γενικότερο ύφος του album. Η γνώμη μου είναι ότι αυτό το κομμάτι θα μπορούσε να μην περιέχεται σ’ αυτό το album. Να τραγουδιόνται αυτά τα τραγούδια και να μην ξεχνιόνται. Από αυτούς όμως που υπηρετούν μόνιμα αυτό το είδος μουσικής και το κάνουν συνειδητά κάθε μέρα.  
 
Και εκεί που η ακρόαση του Βαμβακάρη μας έχει μπερδέψει λίγο, έρχεται το December. Αυτό το κομμάτι χωρίς να είναι ethnic ή ρεμπέτικο, αποπνέει Ελλάδα. Είναι σαν να διηγείται την προσωπική ιστορία ζωής κάποιου. Άλλοτε ζωηρή και γρήγορη κι άλλοτε αργή και ήσυχη. Ο ήχος της τρομπέτας ακούγεται σαν να διηγείται περιπέτειες και έντονες εμπειρίες, που μόνο ο συνθέτης έχει ζήσει. Το πιάνο έρχεται επιδέξια να διηγηθεί τις πιο καθημερινές στιγμές της ζωής, αυτές που θα μπορούσαν άνετα να έχουν παραληφθεί από το γραπτό κείμενο μιας αυτοβιογραφίας. Ακούγεται ευχάριστα και αποτελεί ένα από τα δυνατά σημεία του album.
 
Και φτάνοντας στο τελευταίο κομμάτι του album Ancient Dance 490 B.C. διαπιστώνουμε μια άλλη διάσταση του ταλέντου του Χρήστου Ασωνίτη. Το κομμάτι αυτό θα μπορούσε να είναι το soundtrack μιας επικής χολιγουντιανής υπερπαραγωγής, με θέμα την αρχαία Ελληνική ιστορία. Ένα κομμάτι που αν κλείσεις τα μάτια και το ακούς, φαντάζεσαι τους πολεμιστές να συγκρούονται ενώ η έκβαση της μάχης να γέρνει μία προς τη μία πλευρά, μία προς την άλλη. Ένα κομμάτι που σε κρατά σε εγρήγορση και περιμένεις να δεις, ή να ακούσεις, πιο σωστά, ποια θα είναι η έκβαση της μάχης. Το πιάνο με το κοφτό παίξιμό του μας περιγράφει την πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης του Μαραθώνα. Το σαξόφωνο σαλπίζει την αντεπίθεση των Περσών. Το σόλο της τρομπέτας που ακολουθεί σηματοδοτεί την ανασύνταξη των Αθηναίων, πριν τα τύμπανα του Χρήστου σημάνουν την τελική ιστορική νίκη. Κάπως μακρύ σε διάρκεια, αλλά δεν φταίει ο Χρήστος, ο σκηνοθέτης ήθελε τη σκηνή επικών διαστάσεων. 
 
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι ο Χρήστος Ασωνίτης στο ντεμπούτο album του “Ωδή στο Φως” / “An Ode To The Light”σαν bandleader, έκανε μια σοβαρή δουλειά. Έφτιαξε ένα album με δικό του ήχο, χωρίς φλυαρίες και επαναλήψεις. Μια δουλειά που αποπνέει εμπειρία, επαγγελματισμό και δεξιοτεχνία. Σ’ αυτό συντέλεσε βέβαια και η “έξυπνη” επιλογή των νεαρών και ορεξάτων μουσικών, που ήταν πρόθυμοι (απ’ ότι φάνηκε) να υποστηρίξουν με το ταλέντο τους το όραμα του Χρήστου. Τέλος, ας μην υποτιμήσουμε καθόλου όλη την αφανή δουλειά που έχει γίνει. Από την ηχογράφηση το μιξάρισμα και όλη τη δουλειά του παρασκηνίου, μέχρι το προσεγμένο και λιτό σχεδιασμό του εξώφυλλου. 
 
(Vasilis Lioris, Moonshine Radio-Jazz On The Web, February 2018)
 

Read all Reviews

Translate »